Το ίδρυμα ως τόπος αποκλεισμού από τη θεραπεία και την ψυχοκοινωνική ευημερία


γράφουν ο Αλέξανδρος Τριφύλλης, Κοινωνικός Λειτουργός Ε.Ο.Β. Συστημικός Ψυχοθεραπευτής
και η Ελεονώρα Γκουσιάρη, Ψυχολόγος «Πλόες», Ψυχαναλύτρια

Το ρεύμα ανατροπών που έφεραν οι θεωρίες και τα κινήματα της αντιψυχιατρικής και της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης1 σε όλη την Ευρώπη, έφτασε στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με εκκίνηση τις έντονες διαμαρτυρίες για τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στα ελληνικά ψυχιατρεία. Η περίπτωση της Λέρου αποτέλεσε ένα διεθνές σκάνδαλο, που έμελλε να γίνει σύμβολο επερχόμενων εξελίξεων που έφεραν την εφαρμογή πολιτικών ευρείας αποασυλοποίησης των τροφίμων των δημόσιων ψυχιατρείων, αλλά και μια συνολική αναδιάρθρωση των ψυχιατρικών και κοινοτικών υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας2.

Οι εναλλακτικές ψυχιατρικές θεωρίες και θεραπευτικές πρακτικές δεν φαίνεται να ενσωματώθηκαν στις πολιτικές της αποϊδρυματοποίησης, καθώς σύμφωνα με την Κ. Μάτσα, αυτό που δεν έκανε η Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση, είναι η ανάπτυξη ενός δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών «ριζικά εναλλακτικών» στον εγκλεισμό και στις ασυλικού τύπου φροντίδες, που να εγκαθιδρύει στην πράξη τη σημασία του προσώπου του ωφελούμενου, των αναγκών και επιθυμιών του, καθώς και την αξία της διατήρησης των κοινωνικών του σχέσεων3.

Παρότι δεν έχουν υπάρξει εθνικά δεδομένα που να αποτυπώνουν τον αριθμό των νοσηλειών στην Ελλάδα, είναι γεγονός ότι οι εισαγωγές στα ψυχιατρεία διαρκώς αυξάνονται4 και μάλιστα οι ακούσιες, ήτοι οι εγκλεισμοί με εισαγγελική παραγγελία, καθώς και οι επανεισαγωγές ασθενών (αλλιώς αναφερόμενοι και ως ασθενείς περιστρεφόμενης πόρτας), λόγω της απουσίας υπηρεσιών κοινοτικής φροντίδας. Αν και στο πλαίσιο των πολιτικών αποϊδρυματοποίησης αναπτύχθηκαν Ξενώνες, Οικοτροφεία, Θεραπευτικά Διαμερίσματα, όπου σήμερα διαμένουν εκατοντάδες πρώην έγκλειστοι, η κουλτούρα του εγκλεισμού παραμένει κυρίαρχη, φρενάροντας ουσιωδώς τις όποιες απόπειρες υπέρβασης του ασύλου και του ιδρύματος ως κυρίαρχου μοντέλου επίτευξης της θεραπείας και κοινωνικής συνοχής.

Ποια είναι όμως τα στοιχεία της ιδρυματικής κουλτούρας που αποκλείουν τη θεραπεία της ψυχικής ασθένειας και την κατάκτηση της ψυχοκοινωνικής ευημερίας;

Αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει αυτή την κουλτούρα - τόσο στην περίπτωση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων όσο και στην περίπτωση των δομών κλειστής φιλοξενίας - είναι ένα άκαμπτο πλαίσιο ιεραρχίας με δομημένες τελετουργίες, που δεν επιτρέπει στον ασθενή/ένοικο να αναλάβει ενεργητικά μέρος στη λήψη αποφάσεων για τη θεραπεία και καθημερινότητά του – αλλά υπόκειται πάντα στις οδηγίες των ιατρών ή του θεραπευτικού προσωπικού. Όπως αναφέρει ο F. Guattari, όταν η συλλογική ζωή μέσα στο ίδρυμα ακολουθεί ανελαστικούς κανόνες και καθημερινά τελετουργικά και όλες οι αρμοδιότητες έχουν διανεμηθεί αμετάκλητα, τότε η συλλογική ζωή είναι συνολοποιημένη. Αυτό δύναται να την καταστήσει αποκαρδιωτικά θλιβερή και μονότονη, τόσο για τους ασθενείς, όσο και για το θεραπευτικό προσωπικό5.

Ένα ακόμη στοιχείο που σχετίζεται με τη λειτουργία του ιδρύματος, είναι ότι τα όριά του - χωρικά και συμβολικά - αποτελούν σύνορο ανάμεσα στο εσωτερικό σύστημα του ιδρύματος και τον τρόπο που κυλάει η ζωή έξω από το ίδρυμα. Παρατηρούμε πολλές περιπτώσεις όπου το προσωπικό αγνοεί ό,τι αντιμετωπίζει ο ασθενής/ένοικος στην κοινότητα, τις δυσκολίες της καθημερινότητας (στην εργασία, οικογενειακή ζωή κ.α.). Αυτά με τα οποία καλείται να αναμετρηθεί και μπορεί να κλονίσουν την ψυχική του υγεία, βρίσκονται έξω από το ίδρυμα και είναι δύσκολο να προετοιμαστεί για την αντιμετώπισή τους.

Μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η επαφή του ασθενή/ενοίκου με το χώρο, το χρόνο, τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται. Χρειάζεται να μπορέσει να αρθρώσει λόγο και να βρει τη θέση του σε μια κοινότητα, να οργανωθεί γύρω από νέες ιδέες, να δημιουργήσει ταυτίσεις που θα συνεισφέρουν στην ανασύνθεση της υποκειμενικότητάς του. Εντός ιδρύματος φαίνεται το υποκείμενο να οργανώνεται κυρίως ως λήπτης μιας υπηρεσίας και όχι ως ολοκληρωμένη οντότητα. Όπως αναφέρει και ο Γ. Αστρινάκης, για την περίπτωση των ψυχιατρικών νοσοκομειακών ιδρυμάτων, το ψυχικό σύμπτωμα αντιμετωπίζεται «μόνο με την στενή ιατρική έννοια, όπως βλέπουμε τις παθήσεις του σώματος. Και ακριβώς επειδή η Ψυχιατρική ήταν προσανατολισμένη στενά στην Ψυχοπαθολογία και στην συμπτωματολογία της ασθένειας, δεν έβλεπε ότι στον ασθενή μπορεί να λείπει αφόρητα η καθημερινότητά του, δηλαδή οι φίλοι, η οικογένειά, η γειτονιά του και δεν δούλευε σε αυτή την κατεύθυνση»6. Φαίνεται λοιπόν ότι εντός των ορίων του ιδρύματος τόσο η διατήρηση της επαφής με τα υφιστάμενα υποστηρικτικά δίκτυα, όσο και η δυνατότητα δημιουργίας νέων διαπροσωπικών σχέσεων στην κοινότητα, είναι αρκετά περιορισμένες.

Η απουσία εναλλακτικών θεραπευτικών προγραμμάτων εξωιδρυματικής υποστήριξης, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον κλειστότητας, που δεν ευνοεί την ανάπτυξη ή εξέλιξη όψεων της ζωής που σχετίζονται με τη δημιουργικότητα και την αυτοαποτελεσματικότητα. Η ανάγκη μετουσίωσης ενορμήσεων καταστροφής και θανάτου σε τέχνη ή εργασία συνήθως δε λαμβάνεται υπόψη ως μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας, ούτε λογίζεται ως ουσιαστικό “αντίσωμα” στον ψυχικό κατακερματισμό και την κοινωνική απομόνωση.

Τα παραπάνω σημεία, αποτελούν ενδεικτικές λειτουργίες της ιδρυματικής πραγματικότητας και θα μπορούσαμε να τις συναντήσουμε σε πλαίσια που δεν σχετίζονται με τη θεραπεία ή αποκατάσταση της ψυχικής ασθένειας, εκεί όπου η συλλογική ζωή χαρακτηρίζεται από ακαμψία και οι υπηρεσίες που παρέχονται δεν συμβάλλουν στην ουσιαστική ένταξη και κοινωνική συμμετοχή των ωφελούμενων, αλλά αναπαράγουν σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης. Υπό αυτή την έννοια κάθε συλλογικός οργανισμός και πλαίσιο διατρέχει τον κίνδυνο να αναπαράγει μοντέλα ασυλικών μορφών ζωής.

Ίσως το πραγματικά αποκαρδιωτικό από την κυριαρχία ενός ιδρυματικού μοντέλου, είναι η αδυναμία να φανταστούμε συλλογικά μια διαφορετική κοινωνία, όπου τα μέλη της μπορούν να πλαισιώνουν τις δυσκολίες και την ετερότητά τους -σε ψυχικό και κοινωνικό επίπεδο- με τρόπο που να τους επιτρέπει τη δημιουργικότητα και την αυτονομία.

Σημειώσεις

  1. Η Εναλλακτική ή Νέα Ψυχιατρική του Franco Basaglia και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας της Τεργέστης, η αντιψυχιατρική των Cooper και Laing, η κριτική της ψυχιατρικής εξουσίας και υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών του Szasz, η γαλλική Ψυχιατρική του Τομέα και η Κοινοτική Ψυχιατρική της Μ. Βρετανίας, αποτέλεσαν το επιστημονικό - ιδεολογικό υπόστρωμα ενός ριζοσπαστικού αναστοχασμού και επίθεσης στη μέχρι τότε κυρίαρχη ψυχιατρική - τόσο στο επίπεδο της διάγνωσης της ψυχικής ασθένειας όσο και της θεραπείας μέσω εγκλεισμών και περιχαράκωσης των αποκλινόντων, αλλά και περιστολής των κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών τους. 

  2. Βλ. Τζανάκης Μανόλης, 2008. Πέραν του ασύλου, Η κοινοτική ψυχιατρική και το ζήτημα του υποκειμένου, Αθήνα, Κοινός Τόπος Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών και Επιστημών του Ανθρώπου. Εταιρεία Ιστορικών, Επιστημολογικών & Φιλοσοφικών Μελετών, σ. 17-19. 

  3. Πρόλογος από την Κατερίνα Μάτσα στο: Guattari Felix, 2015, Από τη Λέρο στη Λα Μπορντ: Παρουσίαση από τη Μαρί Ντεπυσσέ, Αθήνα, Κουκκίδα, σ. 14-15. 

  4. Βλ. σχετική μελέτη εδώ 

  5. Ο.π. Guattari Felix, 2015, σ. 66. 

  6. Βλ. https://psyspirosi.gr/24-psyxiki-ygeia/810-2014-09-10-15-16-23