Ειρήνη Μαυροπούλου, δικηγόρος παρ' Εφέταις, ΜΔΕ στα ανθρώπινα δικαιώματα του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου
Αλήτης περιπλανιέται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καταλήγει έγκλειστος αν τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία, και εδώ βέβαια ανακύπτει το ερώτημα γιατί κάποιος χωρίς τη θέληση του θα πρέπει να ιδρυματοποιηθεί επειδή δεν έχει στέγη, εργασία; Ποιος σύγχρονος νόμος σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου μπορεί να νομιμοποιήσει αυτό το μέτρο; Ένα φάντασμα μάλλον ανομίας αλητεύει στο κείμενο υπέρτατης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη και με υπέρτερη νομική ισχύ του τυπικού νόμου (βλ. α. 28, παρ.1 του Ελληνικού Συντάγματος) … και δεν τίθεται καν ζήτημα «εγκλεισμού του στο χρονοντούλαπο» εποχών ασυλοποίησης και ιδρυματοποίησης των αδύναμων ομάδων και μονάδων στις κοινωνίες μας;
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 ε) «καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του παρά μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις και σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία: … εάν πρόκειται για τη νόμιμη κράτηση αλήτου […]». Σημειώνεται ότι στο ίδιο εδάφιο προβλέπεται υπό τις αυτές συνθήκες η νόμιμη κράτηση ατόμων που δύνανται να μεταδώσουν μεταδοτική ασθένεια, φρενοβλαβών, αλκοολικών και τοξικομανών.

Το κτίριο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο. Φωτογραφία: Gzen92, CC BY-SA 4.0, Wikimedia Commons.
Στην υπόθεση Αλητείας κατά Βελγίου ενώπιον του ΕΔΔΑ1 το 1971 Βέλγοι αλήτες κλείστηκαν σε κέντρα για επαίτες ή σε ξενώνες-άσυλα μετά από σχετική διάταξη αστυνομικών «δικαστηρίων» βάσει ενός βελγικού νόμου του 1891 «περί καταστολής της αλητείας και της επαιτείας», με την κυβέρνηση του Βελγίου να υποστηρίζει «ότι οι τρεις αλήτες δεν μπορούσαν να παραπονούνται για στέρηση της ελευθερίας τους αφού από μόνοι τους παρουσιάστηκαν στην αστυνομία και ζήτησαν τον εγκλεισμό τους σε ξενώνα-άσυλο». Στην πραγματικότητα, ο πρώτος προσφεύγων είχε ζητήσει στο αστυνομικό τμήμα βοήθεια γιατί ήταν άνεργος, χωρίς χρήματα και στέγη και όταν τον έθεσαν υπό κράτηση προσπάθησε να αποδράσει και απείλησε ότι θα αυτοκτονήσει, ο δεύτερος προσφεύγων ζήτησε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα να αντιμετωπιστεί ως «αλήτης» εκτός αν οι κοινωνικές υπηρεσίες μπορούσαν να του βρουν εργασία και στέγη γιατί δεν μπορούσε να συντηρήσει ο ίδιος τον εαυτό του και ο τρίτος προσφεύγων ζήτησε από το αστυνομικό τμήμα να μπορέσει να κοιμάται σε κάποιο καταφύγιο για αστέγους επειδή ήταν άνεργος και άστεγος. Το ΕΔΔΑ δεν δέχτηκε ότι εντέλει ζήτησαν οι ίδιοι οι προσφεύγοντες τον εγκλεισμό τους, αλλά το αρχικό τους αίτημα για στέγαση οφειλόταν στην προσωρινή ανέχεια και απελπισία τους, ο εγκλεισμός τους δεν είχε συναινετικό ή συμβατικό χαρακτήρα, αλλά υποχρεωτικό βάσει του βελγικού νόμου και ότι το δικαίωμα ελευθερίας σε μία δημοκρατική κοινωνία είναι τόσο σημαντικό ώστε το γεγονός ότι κάποιος παραδίδεται από μόνος του προς κράτηση δεν σημαίνει ότι παραιτείται του δικαιώματος προστασίας της ελευθερίας του. Οι αλήτες σύμφωνα με τον βελγικό νόμο ήταν άτομα που δεν έχουν σταθερή κατοικία, δεν έχουν μέσα διαβίωσης και κανένα κανονικό επάγγελμα ή εμπορική δραστηριότητα. Σημειώνεται ότι η αλητεία υπό την μορφή αυτή δεν συνιστούσε έγκλημα κατά το βελγικό δίκαιο και το μέτρο εγκλεισμού τους συνιστούσε μέτρο ασφαλείας.
Το ΕΔΔΑ, στην ως άνω υπόθεση, έκρινε ότι ο εγκλεισμός τους καλυπτόταν από την επαρκή νομική βάση του α.5.1ε της ΕΣΔΑ, αλλά ότι η διαδικασία του εγκλεισμού δεν εξασφάλιζε τις εγγυήσεις της ένδικης προστασίας και κατά συνέπεια παραβιάστηκε το άρθρο 5 παράγραφος 4 της ΕΣΔΑ, δεδομένης της ανυπαρξίας δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά της απόφασης που διέτασσε τον εγκλεισμό.
Το γεγονός ότι έκτοτε σπανίως έχει απασχολήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετική παραβίαση δεν σημαίνει ότι με την σχετική πρόβλεψή της η ΕΣΔΑ είναι σε θέση να εγγυηθεί το δικαίωμα στην ασφάλεια και στην ελευθερία των «αλητών» στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Εκτενέστερα, στις σκέψεις 60 της από 4/4/2000 απόφασης του ΕΔΔΑ, Witold Litwa κατά Πολωνίας2, για την κράτηση προσώπου που βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, αναφέρεται ότι κοινός σκοπός της κράτησης για τις κατηγορίες ατόμων που προβλέπονται στο άρθρο 5.1ε είναι ότι αποτελούν απειλή για το ίδιο το άτομο ή τους συμπολίτες του. Όταν πραγματοποιείται µια σύλληψη, θεµιτοί σκοποί θεωρούνται η προστασία των πολιτών ή της υγείας και της προσωπικής ασφάλειας του εμπλεκομένου. Αυτό που συνδέει όλες αυτές τις κατηγορίες ατόµων είναι ότι «είναι δυνατό να υποστούν στέρηση ελευθερίας είτε για να τους παρασχεθεί ιατρική περίθαλψη είτε επειδή το επιτάσσουν λόγοι κοινωνικής πολιτικής, είτε και για ιατρικούς και για κοινωνικούς λόγους». Είναι, εποµένως, θεµιτό να συναχθεί µε βάση το εν λόγω συγκείµενο ότι ένας πρωταρχικός λόγος για τον οποίο η Σύµβαση επιτρέπει τη στέρηση της ελευθερίας των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) του άρθρου 5 «δεν είναι µόνον ότι είναι επικίνδυνοι για τη δηµόσια ασφάλεια αλλά ότι και το δικό τους συμφέρον τους μπορεί να υπαγορεύει την κράτησή τους». Στην συγκλίνουσα άποψη του μάλιστα ο δικαστής Μπονέλλο, σημειώνει ότι «αλήτης είναι ένα πρόσωπο που ζει μία ζωή αλητείας, και όχι οποιοσδήποτε που έστω προσωρινά δεν έχει σταθερή στέγη, καθώς τα χαρακτηριστικά αυτών των κοινωνικών ομάδων αναφέρονται σε συνεχιζόμενες ή συνήθεις καταστάσεις κοινωνικά επικίνδυνων συνθηκών ή στάσεων, αλλά όχι σε μεμονωμένες παροδικές εκδηλώσεις».
Ωστόσο, η θεωρητική ερμηνευτική αυτή προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην περίπτωση της αλητείας, θεωρείται άκρως προβληματική. Αντιθέτως, από μόνη της η δυναμική και προοδευτική pro libertatis ερμηνεία της ΕΣΔΑ3 υπό το φως και άλλων διεθνών συμβάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικών με το κοινωνικό δικαίωμα της στέγασης (βλ. Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης), θα έπρεπε να οδηγήσει το ΕΔΔΑ στην μη εφαρμογή του άρθρου 5.1 ε για τους «αλήτες», εφόσον δεν είναι δυνατόν το στοιχείο της μακροχρόνιας κατάστασης ενός αστέγου να οδηγεί στην στέρηση της ελευθερίας του, πρόσκαιρα ή μακροχρόνια, δήθεν για το συμφέρον του και την μη διακινδύνευση της κοινωνικής ειρήνης. Με την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου δηλαδή αφήνεται περιθώριο για τιμώρηση ενός υποτιθέμενου φρονηματικού στοιχείου της σχετικής συνθήκης της ζωής του αστέγου, στον λόγο δηλαδή για τον οποίο δεν έχει κάποιος σταθερή στέγη (υπονοούμενης της κατάφασης της προϋπόθεσης της φυγοπονίας και της δυνητικής επικινδυνότητας της σχετικής συνθήκης, την οποία υπονοεί από μόνη της η χρήση της κοινωνικά και ηθικά μειωτικής λέξης «αλήτης» και όχι «μακροχρόνια άστεγος»). Επομένως, πρόκειται για μία συνθήκη ζωής που δεν συνδέεται αντικειμενικά με οποιαδήποτε αντικειμενική υπόσταση ποινικού αδικήματος, η οποία οδηγεί στην αυθαίρετη εκ του αποτελέσματος ποινικοποίηση ενός τρόπου ζωής που οι πραγματικές του προϋποθέσεις περιβάλλονται από έντονη αοριστία.
Συνεπώς, η «αλητεία» και οποιαδήποτε μακροχρόνια αδυναμία στέγασης και εύρεσης εργασίας ενός ατόμου δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως επαρκής νομική βάση για την κράτηση οποιουδήποτε προσώπου, χωρίς να χρειάζεται να ελεγχθεί περαιτέρω η ποιότητα της εν λόγω νομικής βάσης και η αναλογικότητα του σχετικού περιορισμού.
Όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνει ο καθηγητής εγκληματολογίας Κουράκης Νέστορας4 για τη διατήρηση της ποινικοποίησης της αλητείας μέχρι και πρόσφατα το 19945, αυτή οφείλεται —όπως άλλωστε και η διατήρηση του μέτρου ασφαλείας του εγκλεισμού για την αντιμετώπιση της αλητείας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, βλ. α.5 παρ. 1ε της ΕΔΔΑ— στην αδυναμία αυτών των απόβλητων μελών της κοινωνίας να οργανωθούν σε ομάδα πίεσης, όπως άλλες κοινωνικές ομάδες, και να καταργήσουν ρυθμίσεις που εκμηδενίζουν τα δικαιώματά τους, όπως αντίστοιχα αδυνατούν και οι ψυχικά πάσχοντες και οι νεκροί…
Χαρακτηριστικά, ακόμη, σημειώνεται ότι μόλις τον Αύγουστο του 2022 προβλέφθηκε με σχετικό νόμο η κατάργηση του Διατάγματος του 1824 περί Αλητείας στην Αγγλία και την Ουαλία, το οποίο ποινικοποιεί την επαιτεία και δημιουργεί μία σειρά αδικημάτων για όσους κοιμούνται έξω ή σε κάποιο εγκαταλελειμμένο ή μη χρησιμοποιούμενο κτίριο6.
Ωστόσο, η κυβέρνηση θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξει στάθμιση του ρόλου της να παρέχει επαρκή υποστήριξη στους ευάλωτους με την υποχρέωση της να προστατεύει επαρκώς τις κοινότητες χωρίς να αποδυναμωθεί η αστυνομία με την αποστέρηση της από χρήσιμα νομικά εργαλεία. Συνεπώς, εωσότου αντικατασταθεί η σχετική νομοθεσία με άλλη κατάλληλη το σχετικό διάταγμα περί αλητείας θα εξακολουθεί να ισχύει7…
Από το 2005 έχουν καταγραφεί περισσότερες από 15.000 καταδίκες για επαιτεία, περισσότερα από ένα εκατομμύριο λίρες έχουν επιβληθεί ως πρόστιμα. Έρευνα από τη φιλανθρωπική οργάνωση για τους αστέγους Crisis και της εφημερίδας Guardian διαπίστωσε ότι τα τελευταία πέντε χρόνια, 8.500 άτομα έχουν συλληφθεί βάσει του νόμου. Και για κάθε σύλληψη, υπάρχουν πιθανότατα δεκάδες φορές που ανεπίσημα οι άστεγοι απομακρύνονται από έναν χώρο στον οποίο απλώς προσπαθούν να επιβιώσουν.
Πώς χρησιμοποιείται το αδίκημα της επαιτείας, το οποίο σύμφωνα με τον νόμο περί αλητείας χρονολογείται από το 1349, κατά των αστέγων; Το να κοιμάσαι στον δρόμο με το να ζητιανεύεις δεν συνιστά δύο ξεχωριστές πράξεις; Κι όμως, το να δηλώνει κανείς ότι το αδίκημα της επαιτείας δεν ισχύει για τους αστέγους φανερώνει μια θεμελιώδη παρανόηση της σύγχρονης αστυνόμευσης και της πραγματικά αρχαϊκής φύσης του νόμου για την αλητεία. Ειδικότερα, το αδίκημα της επαιτείας του 1824 αφορούσε πάντα την αστυνόμευση φανερά φτωχών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των αστέγων. Λέγεται συχνά ότι θεσπίστηκε για τους βετεράνους των Ναπολεόντειων Πολέμων που ζητιάνευαν στο δρόμο, μερικές φορές εκθέτοντας σε δημόσια θέα τις ανοιχτές πληγές τους. Εντούτοις, υπό το φως των κοινοβουλευτικών ερευνών που οδήγησαν στην θέσπιση του νόμου, γίνεται σαφές ότι το αδίκημα της επαιτείας αφορά τον συνολικό έλεγχο των εμφανώς φτωχών ανθρώπων και το ποιος θα έπρεπε να είναι υπεύθυνος για αυτούς. Όπως έχει τεκμηριώσει η φιλανθρωπική οργάνωση Crisis, θεωρείται συνήθως ότι οι άστεγοι ζητιανεύουν απλώς με το να είναι παρόντες σε δημόσιους χώρους. Η αρχαϊκή διατύπωση του αδικήματος της επαιτείας —«ικετεύω ή συγκεντρώνω ελεημοσύνη»— είναι τόσο ασαφής που περιλαμβάνει την απλή παρουσία ενός αστέγου στο πεζοδρόμιο. Οι αστυνομικοί ισχυρίζονται συχνά ότι ο νόμος περιορίζεται στη σύλληψη μόνο «επίμονων» ζητιάνων που παρενοχλούν ή εκφοβίζουν τους περαστικούς. Αυτό δεν είναι αλήθεια και είναι λάθος ανάγνωση του νόμου. Απλώς το να κάθεσαι στο πεζοδρόμιο, να φαίνεσαι φτωχός και να έχεις ανάγκη από βοήθεια, αστυνομεύεται ως επαιτεία8.

Φωτογραφία: Scott Van Daalen / Unsplash, CC0, Wikimedia Commons.
Στην Δανία πρόσφατα υιοθετήθηκε νομοθεσία με την οποία τιμωρούνται με αυστηρά περιοριστικά της ελευθερίας κυκλοφορίας μέτρα και διοικητικά πρόστιμα και ποινή οι άστεγοι που συγκεντρώνονται σε αυτοσχέδιες «εκφοβιστικές κατασκηνώσεις», οι οποίοι είναι κυρίως Ρομά από την Ρουμανία, την Αλβανία και την Βουλγαρία9. Το 2017 έγινε παράνομη η δημιουργία και η παραμονή σε αυτά. Στόχος ήταν να απαγορευθούν οι εν λόγω κατασκηνώσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ανασφάλεια και εκφοβισμό στην άμεση τοπική περιοχή. Η απαγόρευση τιμωρείται συνήθως με πρόστιμο 1000 DKR (135 ευρώ). Περαιτέρω, το 2018 ο Νόμος για την Αστυνομία τροποποιήθηκε για να παράσχει νομική βάση στην αστυνομία να εκδώσει απαγορεύσεις εγκατάστασης σε άτομα που παραβιάζουν την απαγόρευση κατασκήνωσης. Ένα άτομο που στήνει ή μένει σε μία κατασκήνωση, εκτός από την επιβολή προστίμου, μπορεί να του απαγορευτεί η παραμονή στον τοπικό δήμο όπου έγινε η παράβαση. Ως αποτέλεσμα της απαγόρευσης, «το άτομο δεν μπορεί να ταξιδέψει και να επισκεφτεί τον κοντινό δήμο». Η μέγιστη περίοδος της σχετικής απαγόρευσης είναι διετής, αλλά συνήθως εκδίδεται για καθορισμένη περίοδο τριών μηνών. Αν παραβιαστεί, η ποινή είναι φυλάκιση έως ένα έτος και έξι μήνες. Η Δανία είχε δεξιά κυβέρνηση όταν υιοθέτησε τη νομοθεσία για τις «εκφοβιστικές κατασκηνώσεις» το 2017. Από τότε, μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία το 2019. Ωστόσο, η τροποποίηση της προσωρινής νομοθεσίας για τις κατασκηνώσεις εγκρίθηκε το 2021 για να γίνει μόνιμη απαγόρευση ζωνών, γεγονός που δείχνει ευρεία πολιτική υποστήριξη για την ποινικοποίηση των «εκφοβιστικών κατασκηνώσεων»10.
Στην Ουγγαρία, το 2012 ως αποτέλεσμα της πιο πρόσφατης τροποποίησης του νόμου περί μικροπαραβάσεων, για το να κοιμάσαι ως άστεγος, μπορεί να επιβληθεί μετά από πολλαπλές παραβάσεις προειδοποίηση ή κοινωφελής εργασία. Λόγω της κακής σωματικής και ψυχικής κατάστασης των αστέγων, η κοινωφελής εργασία τις περισσότερες φορές δεν αποτελεί εναλλακτική λύση για αυτούς. Σε περίπτωση που το άτομο αποτύχει ή αδυνατεί να εκτελέσει την κοινωφελή εργασία, η ποινή μετατρέπεται σε περιορισμό. Εάν ένα άτομο καταδικαστεί από δικαστήριο δύο φορές σε έξι μήνες, η ποινή μπορεί να είναι μόνο κράτηση. Σε περίπτωση πολλαπλής διάπραξης —που είναι το σύνηθες σενάριο, αφού οι άνθρωποι που ζουν στο δρόμο κοιμούνται αδιάκοπα έξω— οι άστεγοι οδηγούνται αμέσως σε 72ωρη κράτηση στις αστυνομικές φυλακές. Η κράτηση μπορεί να διαρκέσει μέχρι την τελική απόφαση, η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και αρκετές εβδομάδες. Μετά την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού υπήρξαν μερικά κύματα οργανωμένων αστυνομικών ενεργειών με τις οποίες η κυβέρνηση προσπάθησε με τη βία να σταματήσει τη συνήθη διαμονή σε δημόσιους χώρους. Ο καταστροφικός αντίκτυπος αυτών των μέτρων θα μπορούσε να είναι ότι όσοι ζουν στους δρόμους θα αποκλειστούν από τα κέντρα των πόλεων και θα αποσυρθούν σε μέρη όπου οι κοινωνικοί λειτουργοί τους χάνουν από τα μάτια τους, γεγονός που εμποδίζει την ορατότητα και την πρόσβασή τους στις κοινωνικές υπηρεσίες και αυξάνει την ευαλωτότητά τους στις κοινωνικές διακρίσεις11.
Κι όμως το Αφρικανικό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και των Λαών (AfCHPR) είναι πιο πρωτοπόρο στην σχετική προστασία από το ΕΔΔΑ. Στις 4 Δεκεμβρίου 2020, το Αφρικανικό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και των Λαών (AfCHPR) εξέδωσε και δημοσίευσε μια συμβουλευτική γνώμη12 που κηρύσσει τους εθνικούς νόμους που ποινικοποιούν την αλητεία ως ασυμβίβαστους με τα πρότυπα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η γνωμοδότηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι νόμοι που ποινικοποιούν ουσιαστικά την έλλειψη στέγης, τη φτώχεια ή την ανεργία είναι υπερβολικά ευρείς και επιτρέπουν την κατάχρηση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιοι νόμοι τιμωρούν τα άτομα για την κατάστασή τους και όχι για τις πράξεις τους, αποτελούν μεροληπτική και δυσανάλογη αντίδραση του κράτους και παραβιάζουν πολλά ανθρώπινα δικαιώματα —συμπεριλαμβανομένων των ειδικών δικαιωμάτων των παιδιών και των γυναικών.
Τουλάχιστον 18 αφρικανικά κράτη ποινικοποιούν την «αλητεία», ενώ άλλα οκτώ ή περισσότερα τιμωρούν την κατάσταση του «απατεώνα» ή του «αλήτη» και είναι ποινικό αδίκημα σε τρία κράτη το να είσαι «αδρανής» και «άτακτος». Το Δικαστήριο δήλωσε ότι αυτά τα κράτη έχουν υποχρέωση να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν τους νόμους τους σύμφωνα με τη γνώμη του.
Καταληκτικά, επισημαίνεται ότι ο ίδιος κίνδυνος ουσιαστικής ποινικοποίησης της μακροχρόνιας έλλειψης στέγης και ανεργίας ελλοχεύει, όπως καταδείχτηκε ανωτέρω, και στην Ευρώπη. Η συντηρητικοποίηση των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, επιδεινούμενη από την παγκόσμια οικονομική, κοινωνική και πνευματική κρίση, την παγκόσμια προσφυγική και μεταναστευτική κρίση, και το πλήγμα που δέχεται το κοινωνικό κράτος δικαίου ακόμα και σε σχετικά ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Δανία, η Σουηδία, στην οποία μάλιστα επιχειρείται η ποινικοποίηση ήδη σε τοπικό επίπεδο της επαιτείας και της έλλειψης στέγης13, καθιστούν πιο επίκαιρη από ποτέ την ανάγκη ενός σύγχρονου αποτελεσματικού πλαισίου προστασίας τόσο των ατομικών όσο και των κοινωνικών δικαιωμάτων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, η περιθωριοποίηση των οποίων οδηγεί σε περαιτέρω κοινωνική και πολιτική αστάθεια και ρήξη στον συνδετικό ιστό των σύγχρονων κοινωνιών.
Γι’ αυτό το λόγο, είναι επιτακτική ανάγκη, μεταξύ άλλων, η απάλειψη του μέτρου της κράτησης για την «αλητεία» στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και η συνειδητοποίηση ότι η συνολική αντιμετώπιση του φαινομένου της ακραίας φτώχειας σε εθνικό και επίπεδο Ε.Ε., προϋποθέτει την εμπέδωση της ανάγκης λειτουργίας αποτελεσματικών θεσμών κοινωνικής προστασίας.
Σημειώσεις
-
De Wilde, Ooms, Versyp («ΑΛΗΤΕΙΑ») κατά Βελγίου, ΕΔΔΑ, 18-06-1971, https://www.globaldetentionproject.org/wp-content/uploads/2016/06/De-Wilde-Ooms-and-Versyp-v-Belgium-1971.pdf ↩
-
https://hudoc.echr.coe.int/app/conversion/docx/?library=ECHR&id=001-58537&filename=CASE%20OF%20WITOLD%20LITWA%20v.%20POLAND.docx&logEvent=False ↩
-
Ανάλογη προσέγγιση έχει ήδη υιοθετηθεί από το ΕΔΔΑ με την απόφαση της 12ης.11.2008 (Demir και Baykara κατά Τουρκίας), στην οποία εγκατέλειψε την προγενέστερη νομολογία του περί συνδικαλιστικής ελευθερίας, επικαλούμενο την δυναμική και εξελικτική προσέγγιση που οφείλει να έχει στο πεδίο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. ↩
-
Το «έγκλημα» της αλητείας (408ΠΚ), Πρώτη δημοσίευση περιοδικό Δελτίο Εγκληματολογικής Ενημέρωσης, 1986, τεύχος 2, 3-8, http://crime-in-crisis.com/wp-content/uploads/pdfbio3/egklima%20aliteias.pdf ↩
-
Το κεφάλαιο 25ο του Ποινικού Κώδικα περί αλητείας και επαιτείας καταργήθηκε το 2019. ↩
-
Ενδεικτικά αδικήματα του βρετανικού Vagrancy Act 1824: «Οκνηρά και εκτός τάξης άτομα» (διάταξη 3) — κάθε άτομο που περιπλανιέται σε δημόσιους χώρους και επαιτεί ή συλλέγει ελεημοσύνη (η κύρωση φυλάκισης καταργήθηκε το 1982)· «Αλήτες και κακοποιοί» (διάταξη 4) — μεταξύ άλλων, κάθε άτομο που παίζει τυχερά παίγνια σε δημόσιο χώρο (καταργήθηκε το 1948), που εκτίθεται ανάρμοστα σε δημόσια θέα (καταργήθηκε το 2003), ή που περιπλανιέται και διαμένει σε εγκαταλελειμμένο ή μη κατειλημμένο κτίριο δίχως εμφανή μέσα συντήρησης (η αναφορά στα εμφανή μέσα συντήρησης καταργήθηκε το 1935, η ποινική κύρωση φυλάκισης το 1982). Βλ. αναλυτικά διπλωματική εργασία Σοφίας Φελεκέα, 2016, ΠΜΣ Εγκληματολογίας, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, «Τα αδικήματα της επαιτείας και της αλητείας — Νομοθεσία κατά των vagrants: Αναζήτηση της δικαιολογητικής τους βάσης», υποσημείωση 36, https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/2751060/theFile ↩
-
https://www.gov.uk/government/publications/police-crime-sentencing-and-courts-bill-2021-factsheets/repeal-of-the-vagrancy-act-1824-police-crime-sentencing-and-courts-act-2022-factsheet, https://www.crisis.org.uk/get-involved/campaign/scrap-the-vagrancy-act/, https://www.housingrightswatch.org/news/uk-law-criminalizing-rough-sleeping-and-begging-vagrancy-act-finally-being-scraped ↩
-
Η ποινικοποίηση του να είσαι άστεγος, τεύχος 2020 άνοιξη, περιοδικό της FEANTSA, Joe Hermer, «Will the UK government finally repeal archaic vagrancy law in England and Wales?», https://www.feantsa.org/public/user/Resources/magazine/2020/Homeless_in_Europe_Magazine_Spring2020_Criminalisation_of_homelessness.pdf ↩
-
Από τις 557 απαγορεύσεις κατασκήνωσης που εκδόθηκαν μεταξύ Απριλίου 2017 και τέλη 2021, 425 δόθηκαν σε άστεγους από τη Ρουμανία, 24 σε άτομα από την Αλβανία και 22 σε άτομα από τη Βουλγαρία. Μόνο 13 Δανοί έλαβαν σχετική απαγόρευση κατασκήνωσης. ↩
-
A Crime to Sleep in Camps – Denmark and International Human Rights, Pia Justesen, European Journal of Homelessness Volume 17, Issue 1, Ιαν. 2023, https://www.feantsa.org/en/european-journal-of-homelessness/2023/01/04/european-journal-of-homelessness-volume-17-issue-1?bcParent=27 ↩
-
Η ποινικοποίηση του να είσαι άστεγος, τεύχος 2020 άνοιξη, περιοδικό της FEANTSA, Dora Szego, «Στέγαση αντί για Χειροπέδες, Η μάχη κατά της ποινικοποίησης των αστέγων στην Ουγγαρία», https://www.feantsa.org/public/user/Resources/magazine/2020/Homeless_in_Europe_Magazine_Spring2020_Criminalisation_of_homelessness.pdf ↩
-
https://ijrcenter.org/2020/12/09/african-rights-court-issues-landmark-advisory-opinion-rejecting-vagrancy-laws/ ↩
-
https://www.feantsa.org/public/user/Resources/magazine/2020/Homeless_in_Europe_Magazine_Spring2020_Criminalisation_of_homelessness.pdf, «The spread of anti-begging measures and the absence of free movement rights in Sweden», Martin Enquist Källgren. ↩